Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Με ένα πιάτο φακές, με δυο ελιές.

Γράφει ο Νίκος Ξυδάκης 

Ποιος θα φανταζόταν πριν από δυο-τρία χρόνια ότι ένα καλοστρωμένο τραπέζι, προορισμένο να ευ­φράνει και να ενώσει ανθρώπους, στα μάτια του σημερινού Έλληνα θα μπορούσε να προκαλέσει δεύτερες σκέψεις, να προκαλέσει ένα κόμπιασμα, αισθήματα ενοχής. Ναι. ακόμη και ενοχή. Διότι σκέφτεσαι: αυτό που έχω εγώ μπροστά μου για να το απολαύσω με οικείους και φίλους, άλλοι συνάνθρωποι δεν το διαθέτουν, το στερούνται, δεν μπορούν καν να το διανοηθούν. 

Αυτή είναι η πραγματικότητα, όσο κι αν την αποφεύγουμε: υπάρχουν  συνάνθρωποι πολλοί γύρω μας, νοικοκύρη­δες έως πρόσφατα, που δεν τους έλειπαν τα χρειώδη και το κατιτίς παραπάνω, που τώρα στερούνται των αναγκαίων και υποφέρουν σιωπηλά. Υποφέρουν όχι μόνο εξαιτίας της υλι­κής ένδειας, αλλά και λόγω της τρωθείσας αξιοπρέπειας τους: διότι η φτώ­χεια ταυτίζεται λανθασμένα με την αναξιότητα και την αναξιοπρέπεια. 

Το αναποδογύρισμα του καιρού, των συνηθειών και των αξιών ας μας οδη­γήσει όμως και σε άλλες σκέψεις, σε άλλη στάση. Τώρα μπορούμε ίσως να αποτιμήσουμε βαθύτερα την αξία, ουσιαστική και συμβολική, του στρωμέ­νου τραπεζιού με τα αγαθά του Αβρα­άμ: τίποτε δεν είναι αυτονόητο, τίπο­τε δεν δίδεται δωρεάν. Πόσο το σεβα­στήκαμε αυτό το τραπέζι όταν το βλέ­παμε πληθωρικό μπροστά μας; Πόσο το τιμήσαμε και πώς το μοιραστήκα­με; Τι είδους χαρά αντλήσαμε; Πώς μας βοήθησε να δίνουμε διαρκώς πε­ριεχόμενο και νόημα στη ζωή μας; Τέτοια. 

Ας τα σκεφτούμε, τώρα έστω. Αν σκεφτούμε, τότε ανοίγεται μια πολλαπλή δυνατότητα, ανακουφιστική, σχεδόν απελευθερωτική: αφενός να κατανοήσουμε την κατάσταση του στερημένου συνανθρώπου, να συμπονέσουμε και να βοηθήσουμε· όχι απλώς να ελεήσουμε, αλλά να διαμορφώσουμε συνθήκες τέτοιες που να μη λεί­πουν ποτέ τα χρειώδη από κανένα τρα­πέζι. Αφετέρου να μετρήσουμε τις α­νάγκες μας με άλλο μέτρο: Πόσα πράγματι χρειαζόμαστε για να χορτάσουμε και να χαρούμε; Η πλησμονή, ο πληθωρισμός, η απληστία οδηγούν στη χαρά ή αντιθέτως στην ανηδονία  και την ύβρη; 

Τέλος, να υπερ­βούμε την ενοχή, που καθηλώνει και μουδιάζει και αδρανοποιεί, εφό­σον συνθέσουμε τα προειρηθέντα: το τραπέζι της Κυριακής και το τραπέζι το καθημερι­νό εξακολουθούν να είναι πεδία συ­νεύρεσης και κοινωνίας, ικανοποίησης υλικών ανα­γκών, αλλά και πηγή ψυχικής χαράς και πεδίο πολιτισμού. 

Σε κάθε ιστορι­κή περίοδο, και την πιο ζοφερή, σε κάθε στιγμή του βίου, και την πιο δυσχερή και πικρή, οι άνθρωποι σμίγουν γύρω από ένα τραπέζι, για νεκρόδειπνο και γαμήλιο γεύμα, για κο­λατσιό δουλειάς και δείπνο συμφιλί­ωσης, για απόδειπνο στοχαστικό. Με ένα πιάτο φακές, με δυο ελιές κι ένα τσούγκρισμα που ξορκίζει και εγκαρδιώνει. Το τραπέζι είναι δικαίωμα οι­κουμενικό και διαρκές. Η ένδεια ας μας φρονηματίσει, αλλά ας μη μας κά­νει ζαρωμένα ανθρωπάκια.

τευχ. Φεβρουαρίου 2013



Share
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...